29 Ιαν 2012

2. Mέρες Γλυκειάς Θαλπωρής.





 Τότε το  81, τη νύχτα του σεισμού της Αθήνας, μαζεύτηκαν όλοι , σαν να υπάκουσαν ταυτόχρονα σε  μια  εντολή απ  τον ουρανό. Κατέκλυσαν διάφορα υπαίθρια σημεία της πόλης  και την έβγαλαν εκεί με κουβέρτες,  μέχρι να χαράξει . Άφησαν  στη μέση το «Φως Του Αυγερινού» ή ότι άλλο έκαναν εκείνη τη στιγμή, και  κατέβηκαν όλοι  στις πλατείες  αλλά και στις αλάνες, που ακόμη υπήρχαν διάσπαρτες σε αρκετά μέρη της πρωτεύουσας  (πριν εξαφανιστούν οριστικά για να γίνουν άλλη μια πολυκατοικία  ή πάρκινγκ)  και που τότε  ίσως  χρησίμευαν κι ως πεδία εξάσκησης στις σούζες,  για τους επίδοξους μηχανόβιους της εποχής. Τότε όμως, το συγκεκριμένο  βράδυ του σεισμού , όλοι μα όλοι, ακόμη και οι μηχανόβιοι  έμειναν σιωπηλοί και μουδιασμένοι, μέσα σε αυτοκίνητα ή έξω απ’ αυτά , ανάβοντας φωτιές. Ήταν για όλους κάτι πρωτόγνωρο.
  Ελάχιστα θυμάμαι αυτήν την εικόνα, σαν σε όνειρο, δεν θυμάμαι , όμως, καθόλου τι έπαιζαν τα τραντζιστοράκια  και τα κασετόφωνα , εκεί μέσα στ’ αυτοκίνητα ή γύρω απ’ τις φωτιές. Αν συμβουλευτούμε το ιντερνέτ, θα δούμε ότι εκείνη τη νύχτα  ο νεαρός οικοδόμος είναι πιθανόν ν’ άκουγε το «Τα Πήρες Όλα» του Στράτου Διονυσίου  ή το «Μην Κλαις» του Σταμάτη Κόκοτα ή ο λογιστής  ,με τη βαριεστημένη  γυναίκα στο διπλανό κάθισμα και τη πεθερά με τα παιδιά στο πίσω , το «Για Πάντα Μαζί» ή πάλι το νεαρό ζευγάρι της ντισκοτέκ το «Celebration» των Cool &The Gang ή το «The Winner Takes It All» των ΑΒΒΑ, από κάνα ραδιοπειρατή που θα παίζε ξένα μοντέρνα , αν εξέπεμπε  κάποιος ραδιοπειρατής  τη νύχτα της 24ης Φεβρουαρίου του 81, πράγμα που μοιάζει μάλλον απίθανο…
  Συχνά σκέφτομαι ότι αν υπήρχε στη ελληνική πραγματικότητα ένας  Dr. Emmett  “Doc” Brown, o τρελοεπιστήμονας με τη χρονομηχανή απ’ το «Επιστροφή στο Μέλλον» ίσως να καταλαβαίναμε πολλά περισσότερα για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον αυτής της χώρας, ή τουλάχιστον θα το διασκεδάζαμε περισσότερο, αντί να βλέπουμε το χθες σαν βουρκωμένη νοσταλγία που ακινητοποιεί , σαν ένα βαρίδι που επιμένει στο  διηνεκές. Θα μπορούσαμε έτσι , ως άλλοι Michael J. Fox,  με το βλέμμα των «τριανταφεύγα» να παρατηρήσουμε με ακρίβεια τη νύχτα του σεισμού του 81, τη θερμοκρασία που επικρατούσε, τον πανικό των συγκεντρωμένων  στους μετασεισμούς, αλλά και πως  θα ήταν η Αθήνα τότε, πως θα ήταν το Σύνταγμα , πολύ πριν τους «Αγανακτισμένους», πριν το Μετρό και πριν τα Public, πως θα ήταν η Ομόνοια, πολύ πριν τους μετανάστες, αλλά και  τον Δρομέα , πόσο θα  κάπνιζαν όλοι παντού και διαρκώς, πως θα μιλούσαν και  πως θα κινούνταν μες στην  πόλη οι  «τριανταφεύγα» εκείνης της εποχής (δηλαδή οι γονείς για πολλούς από μας!), πως δημιουργούνταν οι σχέσεις, τι ταινίες  θα παίζονταν στους κινηματογράφους , ποιοι καινούργιοι δίσκοι  εγκαταλείφθηκαν  καθώς έπαιζαν επάνω στο πικάπ  εκείνη τη  συγκεκριμένη νύχτα. Ακόμη πιο ενδιαφέρον θα είχε να μεταφέρονταν ένας Αθηναίος πολίτης του 81 με τα ρούχα και κυρίως τα μυαλά εκείνης της εποχής , στην Αθήνα του 2012…
 Τα  αμέσως επόμενα, μετά το ’81, χρόνια,  κύλισαν για μας,  που ήμασταν παιδιά,  μέσα σ  ένα κλίμα σπιτικής  θαλπωρής, με παιδικές σειρές στην απογευματινή ζώνη της , δικάναλης ακόμα,   κρατικής τηλεόρασης. Δεν ήταν λίγα τ' απογεύματα  κυρίως Παρασκευής ή Σαββάτου που μας πήγαιναν να δούμε τον «ΕΞΩΓΗΙΝΟ», τους «ΚΥΝΗΓΟΥΣ ΤΗΣ ΧΑΜΕΝΗΣ ΚΙΒΩΤΟΥ» ή την «ΑΝΝΥ», μαζί με μια  MARS  ή KISS στο διάλειμμα, για να τα εμπεδώσουμε καλύτερα.  Θυμάμαι ακόμα ότι μετά την  «ΑΝΝΥ» , γυρνώντας απ’ το ΠΛΑΖΑ ξέσπασα σε κλάματα, ίσως τότε να  ένοιωσα, για πρώτη φορά,  συγκίνηση , που δεν μπορείς να εξηγήσεις με λόγια: η ωραία μουσική, η  ιστορία της μικρής ορφανής , ο αξιαγάπητος  σκύλος; δεν ξέρω. Ίσως , ασυνείδητα , να ένοιωσα λύπη για κάτι  που μ’ άγγιξε πολύ  και που έφυγε ανεπιστρεπτί .  Ακόμη όταν ακούω το Tomorrow, πάντως, νιώθω υγρασία στα μάτια, παρόλο που το κοκκινομάλλικο μικρομέγαλο  κοριτσάκι με τις φακίδες και τη τσιριχτή φωνή με εκνευρίζει, πλέον,  τρομερά.
 Τις σκληρές εικόνες , εμείς τα παιδιά του ’85, τις βλέπαμε κυρίως στις ειδήσεις και στα πρωτοσέλιδα που έφερνε στο σπίτι ,κάθε μεσημέρι,  ο μπαμπάς μας. Ξεδίπλωνες την Ελευθεροτυπία ή Τα Νέα που κείτονταν αδιάβαστα στο τραπέζι της κουζίνας, κι έβλεπες :  Εμπρησμός των Πολυκαταστημάτων ΜΙΝΙΟΝ και ΚΑΤΡΑΝΤΖΟΣ, Τραγωδία στο Χέιζελ, ,το Τσάλεντζερ σκάει  θεαματικά στον αέρα, Δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά ( η φωτογραφία του ξαπλωμένου  νεκρού εφήβου  με το ασπρόμαυρο καρό πουκάμισο  δεν λέει να ξεκολλήσει  απ το μυαλό μου) .Θυμάμαι , ακόμα, σαν και τώρα, λεπτό προς λεπτό,  τη τηλεοπτική κάλυψη της καύσης της νεκρής  Ίντιρα Γκάντι, τον τεθλιμμένο της υιό Ρατζίβ , το τυλιγμένο με σάβανα(;) σώμα της Ινδής Ηγέτιδας, τη φωτιά που φούντωνε και τον μαύρο καπνό που ανέβαινε στον απέραντο ουρανό της Ινδίας.
Έτσι ανάμεσα στα ταλαιπωρημένα LEGO και τις τσαλακωμένες Περιπέτειες Του Τεν Τεν, άρχισε να ξεδιπλώνεται γύρω μας η τόσο αντιφατική δεκαετία του ’80.  Για μας , ακόμα, ήταν απλώς η ζωή που γνωρίζαμε σταδιακά. Όλα μας φαίνονταν φυσικά.
  Κυριαρχούσε ένα κλίμα ευζωίας και μέθης , κάτι σαν διαρκές Πάσχα. Οι γονείς ήταν νέοι κι ορεξάτοι και  ξενυχτούσαν σε τραπεζάκια έξω. Στο Δημοτικό Σχολείο μας, oι συμμαθητές αναπαρήγαγαν ατάκες από το ύστερο δαλιανίδειο σύμπαν  και οι νέοι γυμναστές με  αμάνικα, αφημένη χαιτούλα και μουστάκι , «στραγγάλιζαν» την ελληνική γλώσσα. Η πασοκική μαλλιαρή επιβαλλόταν ακόμα και στ' αδέσποτα. Οι τηλεπαρουσιάστριες στην ΥΕΝΕΔ, που λίγο μετά έγινε ΕΡΤ2, μιλούσαν λάγνα , αυτή τη νέα γλώσσα, προσποιούμενες πολλαπλούς οργασμούς ακόμη κι όταν μιλούσαν για το νομοσχέδιο για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης.
  Οι πρώτες Εκλογές που θυμάμαι ήταν του ’85. Ένα κοριτσάκι με ένα μπουκέτο  γαρύφαλλα, που τώρα είναι πολύ πιθανό να είναι  Αγανακτισμένη και να κρατάει αγκάθια, υποσχόταν σχεδόν απειλητικά: AKOMH KAΛΥΤΕΡΕΣ ΜΕΡΕΣ.  Δεν μπορούσες να διακρίνεις εάν έβλεπες ένα ματς του Παναθηναϊκού ή  την προεκλογική συγκέντρωση του Πασοκ, η ατμόσφαιρα ήταν η ίδια: τσίκνα , συνθήματα και κόρνες.
 Τότε όμως ήμασταν παιδιά, και δεν καταλαβαίναμε τους δικούς μας , που είχαν, παρόλα αυτά, αντιρρήσεις. Για εμάς όλα τα παραπάνω κι άλλα περισσότερα, εντάσσονταν σ’ αυτή τη γλυκεία θαλπωρή , που περιέγραψα πιο πάνω.
  Εκ των υστέρων, και σκεπτόμενος, τη τετραετία του 81-85, μπορώ να παραδεχτώ ότι ουδείς μπόρεσε να ξεπεράσει , εντελώς, αυτά τα χρόνια.
  Από τις  συνεχείς,  βαρετές και δίχως έμπνευση έιτις αναβιώσεις που άρχισαν , σχεδόν αυτόματα, με το που τελείωσε η δεκαετία, μέχρι τα ringtones που δονούν τα i phones στις τσέπες των σημερινών σαραντάρηδων κι από τις αφίσες του νεκραναστημένου Ανδρέα, τον Κίμωνα Κουλούρη, και το Κανάλι «Κόντρα», στον σκληρό συνδικαλιστή Φωτόπουλο ή στον Τσάκα και όλους όσους αναλύουν  με ύφος «ειδικού» το ελληνικό ποδόσφαιρο . Όλα απ αυτή τη τετραετία πηγάζουν.  Κι αν θέλετε να το πάμε πιο μακριά; Και η  προοδευτική θολούρα της Ελληνικής Αριστεράς από κει πηγάζει, και ο πρώην βολεμένος που νιώθει ξαφνικά  παραγκωνισμένος απ την εξουσία και τα οφέλη της  και δηλώνει  τώρα «Αντιμνημονιακός» είναι γνήσιο τέκνο της τότε κραταιής νοοτροπίας διεκδίκησης και διατήρησης των , συντεχνιακών, κυρίως, κεκτημένων, παιδί του προστατευτικού κρατισμού.
  Έτσι λοιπόν, πέρα απ τη δική μας αθώα παιδική θαλπωρή , στο απατηλό φέγγος εκείνων των ημερών βρήκαν «θαλπωρή» και πολλοί άλλοι ενήλικοι, που τώρα , μάλιστα, μιλάνε με ωραία παχιά λόγια για το «τέλος της μεταπολίτευσης» και «για την καταστροφική δεκαετία του ογδόντα» κλπ .  Τον κάφρο σε όποιο μέρος ή εποχή  και να τον πετάξεις , πάλι κάφρος  θα μείνει και κάτι θα βρει να λέει.
  Η μουσική, που θυμάμαι,  τα πρώτα χρόνια του ογδόντα, είναι ελάχιστη, γιατί τότε το πικάπ είχε χαλάσει και οι δίσκοι (μαζί κι αυτοί των Μπιτλς) σκονίζονταν στο ράφι. Θυμάμαι αμυδρά κάτι «Φελιτσιτά» σε παιδικά πάρτι, τα υπόλοιπα παραμένουν μέσα μου συγκεχυμένα . Ένα βράδυ, αρχές της δεκαετίας,  με είχαν πάρει οι γονείς μου, σε μια συναυλία της «Οπισθοδρομικής Κομπανίας» σε κάποιο κομματικό φεστιβάλ (του Ρήγα αν δεν κάνω λάθος), έτσι όπως ήμουν μισοκοιμισμένος στον ώμο του πατέρα μου,  παρατηρούσα τη νεαρή τραγουδίστρια τους, που ήταν πολύ όμορφη με τα μακριά μαλλιά της και τα φουστάνια της, ήταν σαν νεράιδα , Ελευθερία την έλεγαν. Δεν είναι λίγες, επίσης,  οι φορές,  που προσπαθούσα να τραγουδήσω κάτι πολύ όμορφα τραγούδια από μια κασέτα με τη λέξη «ΜΠΑΡΑΚΙΑ» γραμμένη βιαστικά με μαρκαδόρο…
  Πέρα λοιπόν απ τα παιδικά πάρτι οπού έπαιζαν ανελλιπώς τα  σαχλότατα «παπάκια» , υπήρχαν διάφορα ακούσματα διάσπαρτα κι ατακτοποίητα. Αν προσπαθήσουμε , σήμερα, να βάλλουμε  μια τάξη στο χάος των ημερών εκείνων,  θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν μια καλή εποχή για νέους τροβαδούρους, που απαλλαγμένοι απ το πομπώδες ύφος της μεταπολίτευσης προσπαθούσαν να αρθρώσουν ειλικρινή κι ανεπιτήδευτο λόγο πριν αναλωθούν, αργότερα,  σε ευκολίες του τύπου «τσικαμπουμ» . Απ την άλλη εάν έφευγες διακοπές κάπου στην ελληνική ύπαιθρο θα παρατηρούσες ότι η αγροτιά, που τότε ήταν στο φόρτε της, εξέπεμπε έναν πολύ ενδιαφέροντα ήχο,  νεοδημοτικό με κλαρίνα , ηλεκτρικά όργανα και συνθεσάιζερ ,  που εξέφραζε με ζωντάνια όλο αυτό το κλίμα ευφορίας και δικαίωσης που ένιωθε τότε, για πρώτη φορά στην Ελλάδα,  ο αγροτικός κόσμος. Στην Αθήνα εάν έκανες μια βόλτα στην Ομόνοια  ή στη Βαρβάκειο με τον μπαμπά σου, θα συναντούσες πάλι αυτό το ιδιόμορφο δημοτικό "ροκ", που άντεξε μέχρι και πρόσφατα, μέχρι να μεταλλαχτεί , κι αυτό, σε μαζική  τσιφτετελοποπ. Επίσης ένα άλλο, πολύ ενδιαφέρον, παρακλάδι που άνθισε εκείνη την εποχή, αλλά που ανακάλυψα, πολύ αργότερα, ήταν ένα είδος πνευματώδους νέο- λαϊκού τραγουδιού που αναπτύχθηκε ως υγιής αντίδραση στη λαϊκίστικη λαίλαπα της εποχής, και είχε ως αφετηρία την λίγο παλαιότερη «Εκδίκηση Της Γυφτιάς» , στην οποία θα αναφερθώ , εκτενώς, σε προσεχή μου ανάρτηση.
Αυτό περίπου ήταν το κλίμα το 81-85, στην Ελλάδα, τη στιγμή που , κυρίως η Αγγλία, εξέπεμπε άφθονες  γοητευτικές νέο-κυματικές και νέο-ρομαντικές δονήσεις που περίμεναν κι αυτές την σειρά τους για να μας γοητεύσουν…
                                                   (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)





-ακούστηκαν με σειρά "εμφανίσεως" οι παρακάτω  δίσκοι :
"Αnnie", 1982, Film Soundrack 
"Tα Μπαράκια", Βαγγέλης Γερμανός,  1981
καθώς και τα τραγούδια:
"Tα Πήρες Όλα" των Πολυκανδριώτη/ Πάριου με  τον Στράτο Διονυσίου.
"Μην Κλαίς" των Μπουρμπούλη/ Ανδριόπουλου με τον Σταμάτη Κόκοτα.
"Για Πάντα Μαζί" των  Ιατρόπουλου/ Λαβράνου με τον Γιάννη Πάριο.
 «Celebration» των Cool & The Gang.
 «The Winner Takes It All» των Benny Andersson/ Björn Ulvaeus με τους ΑΒΒΑ.













13 Ιαν 2012

1. Η Αφετηρία



 Στην αρχή είναι όπως όταν έχεις κλειστά τα μάτια:   όχι όπως όταν είναι εντελώς σφιχτά που δεν φαίνεται τίποτα, αλλά όπως όταν τα έχεις χαλαρά , έτσι που ν’ αφήνεις να φαίνονται φευγαλέα φωτάκια , χρωματισμένα και με κίνηση, ανακατεμένα με σκόνες που αιωρούνται, , στοιχεία διάσπαρτα που εισχωρούν απ' τον έξω χώρο στο εσωτερικό μέρος των βλεφάρων . Αυτό, βέβαια δεν γίνεται συνέχεια, υπάρχουν διακοπές γαλήνης και σκέτου, βαρετού σκοταδιού.
 Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τους ήχους. Στην αρχή της ζωής σου, είναι θολοί, αδιευκρίνιστοι, σαν στιγμιαία φωτάκια. μετά, σιγά-σιγά, αρχίζουν  και παίρνουν σχήμα: τα κανακέματα της μητέρας σου, τα παιδικά τραγούδια, ο ήχος από ένα μηχανάκι που περνάει ένα ήσυχο μεσημέρι του τέλους της δεκαετίας του εβδομήντα, το σήμα της έναρξης του τηλεοπτικού προγράμματος της  κρατικής μαυρόασπρης τηλεόρασης. Όλα εμφανίζονται γύρω σου  σταδιακά και νομίζεις ότι υπάρχουν εκεί ειδικά για σένα. Έτσι, όπως σ’ έχουν  αφημένο στο παιδικό δωμάτιο, αρχίζεις και κάνεις περίεργους συνδυασμούς:  πως γίνεται το φως που έρχεται απ’ το μπάνιο, να κάνει τέτοια παιχνίδια στον τοίχο που να ταιριάζουν τόσο υπέροχα  με τον ήχο που βγαίνει απ’ τον κουρδιστό τενόρο που έχεις και παίζεις; Άραγε εάν σβήσει το φως θα σταματήσει  αυτόματα κι μουσική; 
  Ένα απ’ τα πρώτα εξώφυλλα που θυμάμαι αχνά σαν σε όνειρο, στο ράφι του σαλονιού πλάι στα «Τραγούδια Του Αγώνα» και τα «Δέκα Χρόνια Κομμάτια», είναι αυτό του Abbey Road των Beatles. Αν έμπαινα σε μια υποθετική χρονομηχανή και πήγαινα πίσω στο 1979, στο τότε σπίτι μου , θα μπορούσα να περιγράψω τον εαυτό μου τετράχρονο, οκλαδόν στη φλοκάτη με μαλλί σαν κουρτίνα, να χάσκει στη θέα μιας περίεργης εικόνας « τεσσάρων που διασχίζουν ένα δρόμο». Σ’ αυτό το εξώφυλλο βλέπεις τέσσερις μουσικούς απολύτως ώριμους και σοβαρούς, παρά το νεαρό της ηλικίας τους , τέσσερις διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες,:  o Τζορτζ ντυμένος στα τζιν ως  ήρωας της εργατικής τάξης ,απλός και εσωστρεφής , ο Πολ  χαριτωμένος και επικοινωνιακός, να καπνίζει τόσο ανέμελα ξεχνώντας  να φορέσει τα σανδάλια του,  ο Ρίνγκο κουστουμαρισμένος σαν χαρτοπαίκτης, έτοιμος να  αντιμετωπίσει με χιούμορ, αλλά και λεπτή μελαγχολία, τον επόμενο τζογαδόρο της άγριας δύσης. Τέλος η φιγούρα του Τζον που προπορεύεται , λευκοντυμένη και απόμακρη,  φωτίστηκε διαφορετικά μετά από κείνο τον σκοτεινό Δεκέμβριο του 80 ,τώρα πια, στα ενήλικα μου μάτια  μοιάζει με  φιγούρα αγίου.
 Αυτή είναι η πρώτη εικόνα που έχω απ’ αυτούς, μια απ’ τις τελευταίες φωτογραφίες που έβγαλαν ως συγκρότημα,  η δική μου «ανατολή» ως μουσικόφιλου και μπιτλομανή, ξεκινούσε απ’  τη δική τους «δύση».  Το ABBEY ROAD είναι ο τελευταίος δίσκος  που ηχογράφησαν ως ενιαίο και συμπαγές συγκρότημα,  το καλοκαίρι του 1969 (το LET IT BE που κυκλοφόρησε το ΄70  έχει ως κορμό παλαιότερο υλικό τους).
 Θυμάμαι τον εαυτό μου να περνάει ατέλειωτες ώρες μ' αυτόν τον δίσκο , να αποκοιμιέται με το ατέλειωτο και υπνωτιστικό I WANT YOU (she's so heavy) και να ξυπνάει για να γυρίσει τον δίσκο απ΄την β' πλευρά που ξεκινούσε με το ηλιόλουστο HERE COMES THE SUN. Τι κι αν στη τηλεόραση διαγραφόταν η σιλουέτα ΠΑΤΙΣΤΑΣ που χόρευε, κι έξω η δεκαετία  άλλαζε και  μιλούσαν όλοι για την ΕΟΚ και για την επερχόμενη δεκαετία της «Αλλαγής», εμένα άλλα με απασχολούσαν τότε...
 
Δεν θ' αρχίσω, τώρα,  ν' αναλύω τη σημασία των δίσκων των Μπιτλς που ενοποίησαν με τρόπο γιορτινό στοιχεία ετερόκλητα και τόσο αντιφατικά μεταξύ τους: απ΄τον Noel Coward και τον Stockhausen, μέχρι την Μαίρυλιν και τον Μαχαρίσι. Απλά για μένα, όπως και για τόσους άλλους, το δικό τους THE END , ήταν η αφετηρία.

 Σεπτέμβριο του 80 θα πήγαινα Α' Δημοτικού, κι ο Λέννον θα δολοφονούνταν λίγο μετά.Τον ίδιο χειμώνα, τον Φεβρουάριο του 81 έγινε κι ο μεγάλος σεισμός στην Αθήνα.
                                             (συνεχίζεται)
                                             _________



το THE END απ' το ABBEY ROAD εδώ

στο κείμενο αναφέρονται επίσης οι παρακάτω δίσκοι:
Mίκης Θεοδωράκης " Τα τραγούδια του Αγώνα" 1974
Διονύσης Σαββόπουλος  "10 Χρόνια Κομμάτια" 1975
   
 δείτε και την κλασσική διαφήμιση  ΠΑΤΙΣΤΑΣ http://www.youtube.com/watch?v=YrhF-y3Y1EM


στην ίδια ενότητα ανήκει και το κείμενο "Ζωή Σαν Δίσκος", μπορείτε να το διαβάσετε πατώντας εδώ



 

28 Σεπ 2011

Βερολίνο, η Πρωτεύουσα του "Εχθρού"


- Ζώντας όλους αυτούς τους μήνες στον ελλαδικό χώρο, μαθαίνεις (;) να ζεις σε μια κατάσταση του στυλ "λίγο πριν το τέλος". Σε μια ατμόσφαιρα που αρνείται ν' αλλάξει ή να φτάσει οριστικά στο "τέλος" και που, αντίθετα, παραμένει πεισματικά κολλημένη στο "λίγο πριν", σ' ένα διαρκές και καθημερινά αυτοτροφοδοτούμενο "λίγο πριν". Με αυτά καρφιτσωμένα μες το μυαλό μου, ταξίδεψα ή καλύτερα δραπέτευσα για λίγο, στην πρωτεύουσα του "εχθρού", στο Βερολίνο.
- Διάβασα πρόσφατα στη Καθημερινή μια συνέντευξη του Γάλλου φιλοσόφου Pierre-André Taguieff  που αναφερόμενος και στην ελληνική εκδοχή των "αγανακτισμένων" είπε τα παρακάτω: "H δαιμονοποίηση του εχθρού αντικαθιστά την ανάλυση της κατάστασης και τον στοχασμό..." και σκέφτηκα ότι αυτό ακριβώς αποτελεί παγίδα για τη χώρα μας, μια μεγάλη κρυφή παγίδα που αν δεν την προσέξουμε μπορεί να οδηγηθούμε σε ακόμη σκοτεινότερες καταστάσεις.
- Το Βερολίνο, ως πόλη, έχει γνωρίσει παρόμοιες καταστάσεις, μιας και όλες οι "πληγές" του Ευρωπαϊκού 20ου αιώνα, είναι εμφανείς παρά το λίφτινγκ της ενοποίησης. Η πρωτεύουσα της Γερμανίας, δεν ξεχειλίζει από μνημεία ή αρώματα, σε αυτούς τους τομείς πόλεις όπως το Παρίσι και  η Κωνσταντινούπολη παραμένουν ασυναγώνιστες. Ακόμα, η θλίψη που αποπνέουν τα χοντροκομμένα κτίρια σε ύφος σοσιαλιστικό, απομακρύνουν κάθε διάθεση ανέμελου τουριστικού ξεσαλώματος,  τουλάχιστον τις περισσότερες ημέρες του χρόνου. Γενικά η ατμόσφαιρα που κυριαρχεί παντού σε κάνει να σοβαρεύεις και να κάτσεις να σκεφτείς. Είναι βλέπεις κι ουρανός, βαρύς και γκρίζος σαν μολύβι, που δεν σηκώνει αστειάκια.
- Αντιθέτως είναι ο κατάλληλος καιρός για δουλειά! Τι λυτρωτικό πράγμα φαντάζει το παραπάνω στα μάτια κάποιου που προέρχεται απ' το μέρος που βασιλεύουν η ραστώνη, η αργή αποσύνθεση και οι "απόψεις", οι τελευταίες, μασκαρεμένες ,μάλιστα και με το μανδύα της "αγανάκτησης" ή της "συνταγής για τη σωτηρία της πατρίδας". Στο Βερολίνο οι άνθρωποι δουλεύουν, προχωράνε, συντηρούν το "παλιό" όταν αυτό έχει αξία κι όταν το "παλιό" δεν τους πείθει πια τολμούν το "καινούργιο", που , έτσι κι αλλιώς, προϋποθέτει το "παλιό" για να υπάρξει.
- Στο  Deutsches Historisches Museum, στο Μουσείο Γερμανικής Ιστορίας, βλέπεις να ξετυλίγεται , από αίθουσα σε αίθουσα, όλη η  νεώτερη Ιστορία της Γερμανίας, επομένως  κι όλου του υπέροχου αλλά και φριχτού, ταυτόχρονα, ευρωπαϊκού 20ου αιώνα, δηλαδή από το τέλος του Α' παγκοσμίου πολέμου έως και την πτώση του Τείχους. Κάθεσαι άφωνος μπροστά στις χριστουγεννιάτικες γιρλάντες με τη σβάστικα(!) φτιαγμένες ειδικά για τα ξανθά ροδαλά παιδάκια των Ναζί.


Κάθεσαι άφωνος μπροστά στα κινηματογραφημένα ντοκουμέντα με τον Αδόλφο να κινείται σαν υστερικός Σαρλώ του Εωσφόρου. Τέλος, κάθεσαι βουβός και πονάς, αντικρίζοντας τα πορτραίτα των θυμάτων του Ολοκαυτώματος: βλέπεις νέους που δεν πρόλαβαν, ηλικιωμένους που δεν πρόφτασαν να φύγουν απαλά και γλυκά στα χέρια οικείων, κορίτσια που δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να βλαστήσουν και να καρποφορήσουν... Αναρωτιέσαι αν πρέπει κανείς να μένει μόνο στη μνήμη και στην παράθεση ντοκουμέντων, όμορφα βαλμένων σε βιτρίνα, κι αν φτάνει αυτό μόνο...


-  Κάθομαι σ' ένα καφέ, πίνοντας μια χλιαρή BERLINER και σκέφτομαι , αυτή τη φορά με τρυφερότητα, τη τωρινή Ελλάδα που βαρυγκωμά, και με πιάνει μια λάιτ νοσταλγία. Νιώθω λίγο ένοχος για μια πλευρά του εαυτού μου που θέλει συχνά ν΄αλαφραίνει τις δύσκολες καταστάσεις. Δεν χωνεύονται με τίποτα όσα έχουν γίνει, αλλά απ την άλλη όλα άλλαξαν από τότε. Η χαροκαμένη αλλά αξιοπρεπής μικρή Ελλάδα των πολέμων και των δυσκολιών, έχει δώσει τη θέση της σε μια μάζα απροσδιόριστη, που μπάζει από παντού, που ανά πάσα στιγμή, κινδυνεύει να τιναχτεί στον αέρα. Κι όπως πριν, έτσι και τώρα, παραμένει  αυτονόητο το αίτημα για οικονομική αποζημίωση. Οι νεκροί πρέπει να αποκατασταθούν ηθικά και το τερατώδες πρέπει να δώσει τη θέση του στην οριστική δικαίωση και την αιώνια γαλήνη. Αλλά πως θα γίνει αυτό, όταν όλα τα παραπάνω εκστομίζονται σπασμωδικά κι εκ του πονηρού από τους εγχώριους τηλε-εθνικιστάκους, κι από τους ,κάθε λογής, πολιτικό-πνευματικούς μας  ταγούς;
-  Ρίχνω μια τελευταία ματιά γύρω μου: το σύγχρονο Βερολίνο, είναι το αντίθετο αυτού που οραματιζόταν ο Χίτλερ, δηλαδή μια αρχαιοελληνικού ύφους πρωτεύουσα των απογόνων των Ούννων.Και μάλλον πολύ λίγο θυμίζει τις σκοτεινές εποχές του Τείχους. Μοιάζει πιο πολύ με την πολιτεία του Wim Wenders, έτσι απ΄το σινεμά την πρωτοέμαθα κι εγώ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι  θα βρεις πια εκείνην την τόσο γοητευτική  ονειρική εγκατάλειψη της.  Η πόλη από το Spandau έως το Mitte και το Kreuzberg είναι αδιαίρετη πλέον αλλά και ανακατεμένη και πολυπολιτισμική  . Εκεί που άλλοτε αλώνιζαν οι κατάσκοποι, τώρα νέοι καλλιτέχνες ονειρεύονται μελλοντικά έργα.


Τέλος,  στο πάλαι ποτέ Ost-Berlin, κάτω από τα κτίρια με εμφανή ακόμα τα σημάδια της ανατολικού τύπου σεβεντίλας, ανθούν ακομπλεξάριστες ιδέες και οι έρωτες σε ποικίλους συνδυασμούς, όχι όμως με αναίδεια,  αλλά με την  φυσικότητα ενός ανθρώπου που χαίρεται τις ελευθερίες του, υπακούοντας ταυτόχρονα σε βασικούς κανόνες. Δηλαδή με τα αυτονόητα...

11 Ιουλ 2011

Όσα Παίρνει Ο Ανεμιστήρας


  •   Εξακολουθώ να πιστεύω ότι οι ηλικιωμένες κυρίες, που πάνε να γίνουν το αγαπημένο φετίχ του ραζμπλογκ,  είναι ότι πιο ενδιαφέρον, επαναστατικό  και σουρεαλιστικό βλέπεις σ' αυτή τη χώρα, σ' αυτές συν υπάρχουν αρμονικά  κάποια αγαπημένα "αντίθετα" που ευδοκιμούν στο ελλαδικό τοπίο: αγάπη και μίσος, αποφασιστικότητα και διστακτικότητα, συντήρηση και πρόοδος κλπ κλπ
  •  Παρ' όλα αυτά οι φίλοι,οι περισσότεροι  στην δραστήρια δεκαετία των τριάντα, προτίμησαν άλλα  πιο ακραία και μοντέρνα σπορ.
    • Βάζω τον ανεμιστήρα στο τέρμα.

    • Ο τόπος γέμισε εκ νέου υποκριτές  , και οι μεν και οι δε(και οι δεν, ακόμη) πιπιλίζουν λόγια που δεν πιστεύουν, λένε υπερβολές, αναμασάνε κακοπαιγμένα σέβεντις  στην Πλατεία, όπως θα κάναν στα νιάτα τους κι αυτοί εκεί μέσα, ακούνε όλοι τους Βασίλη(!),  και η χώρα ζει καθημερινά πολλαπλές, μικρές επιστροφές στο παρελθόν.
    • Και οι πρωταίτιοι του πλιάτσικου παραμένουν έξω...
    •  Εντάξει , ας το παραδεχτώ, η πολιτική στην Ελλάδα είναι μια χοάνη κοπράνων που σε ρουφά και σε πνίγει,  η εικόνα του Ελληνικού Κοινοβουλίου είναι  η χειρότερη που θα μπορούσε να γίνει. Η πρόσφατη φαιδρή οπερέτα με τις γαλαζοπράσινες αντεγκλήσεις,  για το πότε ήρθε στ’ αλήθεια η δημοκρατία στη σύγχρονη Ελλάδα,  απέδειξαν για μια δισεκατομμυριοστή φορά το χαμηλό της κατάστασης και σ’ όλα τα παραπάνω συνέτεινε και  η βουβή παρακολούθηση του προαναφερθείσας κοκορομαχίας  απ’ τους εκπροσώπους της αριστεράς.  Που είναι ο σχεδόν συνομήλικος μου Τσίπρας; Γιατί κανείς δεν πετάχτηκε επάνω να επισημάνει με λόγια καθαρά  το γελοίο της κατάστασης σε εποχές, μάλιστα, που οποιαδήποτε περιττή κουβέντα και πράξη μπορεί να αποβεί καταστροφική.  Και περισσότερο λυπάμαι για κάποια υγιή μυαλά , που θέλω να πιστεύω ότι υπάρχουν ακόμα εκεί μέσα, κάποιοι νέοι άνθρωποι που δεν έχουν μπει ακόμα για τα καλά σ’ αυτή τη χοάνη που έλεγα παραπάνω...
    •   Απ' την άλλη πολύ φοβάμαι ότι τα υψωμένα  χέρια δεν οδήγησαν την μεταπολιτευτική  Ελλάδα που εγώ θυμάμαι, σε σπουδαία πράγματα. Εντάξει , η  φοβερή αδικία, ο χαμένος ιδρώτας(όσων δουλεύουν και  δεν κοροϊδεύουν τον εαυτό τους) είναι πολύ ιερά πράγματα. Αλλά πάντοτε  κάτι πάει στραβά όταν η γροθιά αρχίζει και  σηκώνεται. Κάτι χαλάει σ' αυτή την ακριβή ισορροπία και το ευγενές μετατρέπεται σε χυδαίο.  Έτσι, η υψωμένη γροθιά των όψιμων δικτατορικών και μεταδικτατορικών χρόνων, μετατρέπεται σε άσχημη σημαία πλαστική του ογδόντα  ,λίγο μετά ξεσαλώνει για το πανευρωπαϊκό και ξεσπαθώνει για το "μακεδονικό". Για μια στιγμή, εκεί γύρω στο 2000 η γροθιά ξεκουράζεται ή μετατρεπόμενη σε χούφτα, ασχολείται με άλλα πράγματα και τώρα, να που πάλι, επιστρέφει με τη μορφή της μούντζας αυτή τη φορά... 
    • Απ'  τον Έλληνα δεν έλειψε ποτέ η «αγανάκτηση», τριάντα τόσα χρόνια που θυμάμαι το εαυτό μου , αγανακτισμένος ήταν πάντα , αλλά πάντα  με τους απέξω, ποτέ με το δικό του σπίτι. Το είχε καταλάβει καλά αυτό ο Ανδρέας Παπανδρέου, και του το καλλιέργησε στο έπακρο, βγάζοντας του και άλλα, ακόμα  πιο χαμηλά ένστικτα. Δεν είναι τυχαίο , ότι  η αυστηρή πατερναλιστική του φιγούρα, εμφανίστηκε  και πάλι νεκραναστημένη , σαν υπενθύμιση (?), στις κολώνες της πολύπαθης μας πόλης. Η μορφή του υπερήλικα οργισμένου  Μίκη Θεοδωράκη στα Προπυλαια είναι άλλη μια απόδειξη των παραπάνω.  Ο Έλληνας δεν έχει, ακόμα,  μάθει να δρα ώριμα από μόνος του, χωρίς την θαλπωρή του όποιου εθνικού του ή ιδεολογικου του πατερούλη.
    • Τα υπόλοιπα είναι χιλιοειπωμένα: Ασφυξιογόνα αέρια , Ακροδεξιοί Ροπαλοφόροι, Γιαούρτωμενοι εκπρόσωποι, Μαλί της γριάς, Φρικτά πράσινα φωτάκια και δώδεκα εκατομυρια  οικονομικοι αναλυτες .
    •  Μα πιο πολυ με στεναχωρουν οι φίλοι που δεν καταλαβαίνουν... 
    • Το παρόν μπλογκ δεν πέθανε, απλά αναρωτιέται προς τα που να συνεχίσει.  Μπαϊλντισμένο μες την Έρημη Χώρα στέκεται στο σταυροδρόμι με τις πολλές πινακίδες και δεν ξέρει ποιον δρόμο να πάρει. Έτσι ακριβώς νοιώθω, έρημος και αναποφάσιστος.

      AddThis

      Bookmark and Share

      LinkWithin

      Related Posts with Thumbnails

      αρχείο

      www.slowfood.com

      επισκεπτεσ:

      count website traffic

      Αναγνώστες